Sunday, January 28, 2007

Άρρεν;

Όταν είμουν μικρή, τα αγόρια δεν τα πλησίαζα. Τα θεωρούσα ηλίθια και άχαρα. Γι’αυτό ποτέ δεν είχα φίλους. Είχα μόνο φίλες.
Και ακόμη δηλαδή τα περισσότερα φιλαράκια μου είναι θηλυκά, κορίτσια, γυναίκες. Είναι λίγοι οι άντρες που συναναστρέφομαι φιλικά, παρόλο που πλέον δεν εξακολουθώ να τους θεωρώ ηλίθιους και άχαρους. Απλά συμβαίνει, έτσι πιστεύω.
Επίσης όταν είμουν μικρή έκανα διάφορα παλαβά με μια φίλη μου, για να καταλάβουμε τι γινόταν παραέξω από τη παιδική μας γυάλα. Μου την έπεφτε σαν αγόρι και βλέπαμε και οι δύο πως αντιδρούσαμε... και στο τέλος γελάγαμε (και τώρα που τα ξαναλέμε γελάμε). Απλά τώρα γελάμε γιατί το ζούμε από πραγματικούς άνδρες όλο αυτό!

Τώρα πια μου αρέσει, που έχω και φίλους δηλαδή. Έχω ισορροπίσει και’γω. Άλλωστε το να κάνεις παρέα μόνο με γυναίκες είναι απίστευτα βαρετό. Και οι φίλοι μου είναι καλά παιδιά. Είμαι τυχερή.

Αναλογίζομαι κάποιες φορές πως θα ήταν η ζωή μου αν είμουν άνδρας...

Πως θα ήταν η ψυχοσύνθεση μου, το μυαλό, το πρόσωπο, το σώμα μου, ακόμη και η χρειά της φωνής μου. Δεν μπαίνω σε αυτή τη διαδικασία για να μπορέσω να καταλάβω αντρικές συμπεριφορές. Όχι, θεωρώ πως είναι αδύνατο. Και δεν είναι εκεί το θέμα μου. Προσπαθώ απλά να με φανταστώ ως αντρική φυσική παρουσία...
Να δώ πίσω από τα μάτια και να έχω τη διαφορετικότητα των αισθήσεων ενός άνδρα.

Βασικά 2 πράγματα. Πως θα με αντιμετώπιζαν στη καθημερινότητα μου ως άνδρα και ποιά θα ήταν η αίσθηση όταν θα έκανα έρωτα με μια γυναίκα.

Τι θα μου έλεγαν..; «καλησπέρα σας κύριε Ταδόπουλε», «που’σαι ρε τσίφτη;» ή μήπως «καλώς τον μαλάκα...» . Μπορεί και όλα μαζί να τα άκουγα την ίδια μέρα.
Χα! Ή το άλλο με τις αντρικές τουαλέτες. Άλλη φάση...

Πως θα βίωνα τη στιγμή που θα είμουν γυμνός, μπροστά σε μια γυναίκα επίσης γυμνή (δεν διευκρινίζω αν θα είμουν ερωτευμένος, ναι θα ήταν το ιδανικό, αλλά στη προκειμένη περίπτωση δεν έχει σημασία) και θα χαιδευόμασταν. Θα με φιλούσε και θα γονάτιζε μπροστά μου, για να με πάρει στο στόμα της.
Πώωωωωπωωω... τι τύχη να ζεις κάτι τέτοιο.
Τη στιγμή που θα έμπαινα μέσα της, με μια ανάσα στο αυτί μου, τη γλώσσα μου στο στήθος της, τα πόδια της γύρω μου, η μυρωδιά της, τα μαλλιά της μπλεγμένα στα δάχτυλα μου... Και όλα όσα φέρνει η καύλα. Όλα.

Δεν σκοπεύω να πάω για εγχείριση αλλαγής φύλου. Μια χαρά την έχω βρει με τη ψυχοσύνθεση, το στήθος μου και τα κραγιόν μου.
Όμως δεν είμαι άνδρας και γι'αυτό, το ερωτηματικό θα πλανάται μόνιμα...

Monday, January 22, 2007

T r u s t




Η εμπιστοσύνη είναι κάτι πολύτιμο
Μπορείς να το έχεις τη μια στιγμή
και να το χάνεις την άλλη
Είναι δύσκολο να πεις
ποιόν μπορείς να εμπιστευτείς
ή να πιστέψεις
Εάν σε εμπιστεύονται είναι άξιο
Εάν εμπιστεύεσαι εύκολα επικίνδυνο
Είναι...;

(αυτό το κομμάτι είναι λατρεία...)

Saturday, January 20, 2007

Έεει Μελιχάτ...


«Έεει Μελιχάτ...» της φώναξε ενώ εκείνη απομακρυνόταν με βήμα γοργό χωρίς να ρίξει ματιά πίσω της. «Νυχτώνει και θα’ναι επικίνδυνα...» ψιθύρισε. Δεν έκανε προσπάθεια να την ακολουθήσει. Δεν την άφηνε όμως και από τα μάτια του μέχρι που έστριψε στο τέλος του δρόμου. Εκεί την έχασε.

Η Μελιχάτ συνέχιζε να περπατά. Βαριανάσαινε, ένιωθε βάρος.
Φορούσε το αγαπημένο της πράσινο φουστάνι κεντημένο με λεπτές χρυσές κλωστές στο ποδόγυρο. Τα δάκρυα της μούσκευαν το ύφασμα και αυτό κολλούσε πάνω στα στήθη της. Όλο έκλαιγε η Μελιχάτ... Και κάθε δάκρυ έπεφτε, απλά από λύπη.

Αν βλέπατε τη Μελιχάτ... αχχχ! Σαν όμορφο λουλούδι. Σαν μια ντάλια σε χρώμα κροκί.
Όπως ένα λαχταριστό χωριάτικο αυγουλάκι. Έτσι η Μελιχάτ λοιπόν.

Αλλά όπως είδατε ούτε ο πατέρας της δεν τη σταμάτησε. Γιατί..;
Γιατί η Μελιχάτ απλά ήθελε να μαθαίνει πάντα περισσότερα.
Και η οικογένεια της απλά ζούσε με ότι έβλεπε.

Αποφάσισε να περπατήσει μέχρι την αυγή. Και θα σταματούσε μόνον όταν θα έβγαινε ο ήλιος. «Αν βγει κι αυτός» σκέφτηκε. Και συνέχισε. Θα το έκανε λοιπόν. Ήταν η πρώτη φορά που θα πέρναγε στην απέναντι πλευρά του ποταμού.
Κανείς δεν πήγαινε στην απέναντι πλευρά. Κανείς από την μικρή πόλη που ζούσε η Μελιχάτ.
Λέγανε πως δεν πηγαίναν επειδή φαινόταν άσχημος τόπος. Είχε πολλά δέντρα, αλλά γκρίζα, σαν να ήταν καμμένα. Και κάπου αυτό το δάσος τελείωνε γιατί έφτανε σε γκρεμούς.
Έτσι έλεγαν. Μόνο οι σκύλοι και οι γάτες πηγαινοέρχονταν από το γεφυράκι που ένωνε τις δύο πλευρές. Και το γεφύρι θα’ταν και διακόσια χρόνια εκεί. Τουλάχιστον.

Εγώ πιστεύω ότι τα έλεγαν αυτά επειδή φοβόντουσαν και τίποτα άλλο.
Επειδή η μικρή πόλη που ζούσε η Μελιχάτ ήταν όμορφη. Και ο κόσμος που την γέμιζε χαριτωμένος. Μια χαριτωμένη φάρα ανθρώπων. Που τους άρεσε ο μικροκοσμός τους και τίποτα άλλο.
Αποφάσισε λοιπόν να περάσει το γεφυράκι.... Το φεγγάρι φάνηκε να κολυμπάει μαζί με τα ψάρια στο ποτάμι. Και τα αστέρια να παίζουν με τις πυγολαμπίδες. Και ήταν ωραία βραδιά. Με λίγο κρύο.
Το γκρίζο δάσος πύκνωνε σε κάθε βήμα της, όσο πλησίαζε...

«Έφτασα!» Με το που πάτησε το πόδι της εκεί, απέναντι, αισθάνθηκε κάτι περίεργο. Λες και όταν πάτησε τη γη, αυτή αναστέναξε. Και το κορίτσι μας νόμισε πως ήταν ήχοι απ’τα ξερά φύλλα που πατούσε. Αλλά δεν φοβήθηκε και ένιωθε ήρεμη. Λες και κάποιος την κρατούσε απ’το χέρι.
Περπάτησε για λίγο και είδε κάτι πίσω απ΄τις φυλλωσιές. Σαν φώτα θαμπά, να αχνίζουν μέσα από την υγρασία του δάσους.
Συνέχισε. Άρχισε να ακούει και πουλάκια νυχτερινά να κάνουν «πιτσ-πιτς». Τα είδε πάνω στα μαύρα δέντρα να την παρατηρούν και να σιγολένε το τραγουδάκι τους.
Και τα είδε από μακριά. Τα πρώτα σπίτια από ένα μικρό χωριό. Δεν πίστευε στα μάτια της. Στα 23 χρόνια της ζούσε με την εντύπωση ότι εκεί, απέναντι, δεν υπήρχε τίποτα. Αλλά δεν ήταν έτσι.

Μόλις έφτασε μετά από λίγη ώρα σ’ενα μικρό ξέφωτο σαν παρκάκι, εμφανίστηκε μπροστά της ένα παιδί. Μικρούλι αγοράκι. Παχουλό με ριγέ πιτζαμάκια και ξυπόλυτο.
«Έεει κορίτσι, καλά είναι στη φύση, εκεί που πάμε όμως είναι ο καλός ο κόσμος.»
Και άπλωσε το χεράκι του στη Μελιχάτ, η οποία είχε μείνει αποσβολωμένη...
Μόλις του έδωσε το χέρι της, το αγοράκι άρχισε να τρέχει με τα μικρούλια ποδαράκια του και η Μελιχάτ το ίδιο. Ένιωθε απροσδιόριστη χαρά! Να τρέχει με ένα παιδί, μέσα στη νύχτα. Και να μη φοβάται. Γιατί να φοβάται;

Φτάσανε στο πρώτο σπίτι στο διάβα τους. Πέτρινο, με φωτισμένα παράθυρα.
Και άνοιξε η μεγάλη ξύλινη πόρτα. Και είδε κόσμο. Και ακούστηκαν βιολιά, φλογέρες και ένα τραγούδι με στίχους λυπητερούς αλλά από γελαστές φωνές, από όλους όσους ήταν εκεί...

«Αφού το νερό είναι δροσερό,
γιατί δεν ξεδιψάς;
Αφού ο ουρανός είναι γαλανός,
γιατί τα μάτια σου κλαίνε;
Αφού η φωτιά είναι ζωή
Γιατί θες να τη σβήσεις;
Αφού η γη είναι η μάνα
Γιατί φεύγεις στο διάστημα να βρεις τον πατέρα;»

Είπε η Μελιχάτ τότε «Εδώ σταματώ. Και θα ξημερώσει ο Θεός μου τη μέρα».
Και έγυρε κουρασμένη πάνω στον ώμο του οικοδεσπότη.

Μια ιστορία βασισμένη σε ένα όνειρο που είδα, μία από αυτές τις νύχτες.
Γιατί εγώ συνήθως, δεν θυμάμαι τα όνειρα που βλέπω πια...

Saturday, January 06, 2007

Το αγαπημένο μου στρατιωτάκι



Όλο το βράδυ με παρακολουθούσε...
Μου ψιθύρισε "...μη κάνεις καμιά βλακεία τρελοκόριτσο".
"Εντάξει" του λέω. "Μπορώ να είμαι ο εαυτός μου ε;"
"Αφού μόνον αυτό θέλεις να κάνεις... τι με ρωτάς..;"

Friday, January 05, 2007

Χέλια ψητά


Πως μπορεί να τελειώσει αναπάντεχα μια ωραία κατα τα άλλα βραδιά...

Στο σπίτι ενός φίλου μου, μαζευτήκαμε και ψήσαμε χέλια στο τζάκι. Ναι-ναι. Δοκίμασα χέλι και ήταν απίθανο.
Και δωσ'του τα χέλια και οι ρακές. Ε και λίγο πιο μετά σκάνε και κάτι τσιγάρα μια γυροβολιά, έτσι για τη παρέα... Και έχουν πλακωθεί όλοι στα χέλια, τις ρακές, τους μπάφους.

Εγώ καθισμένη στη φλοκάτη, έτρωγα το χελάκι μου, έπινα το κρασάκι μου. Τσιγαράκι δεν ήθελα. Δεν τα μπλέκω ποτέ με ξύδια. Έτσι λέω λοιπόν.

Εκεί μέσα δεν ήξερα κανέναν πλέον του οικοδεσπότη και αυτό μ'αρέσει, γιατί γενικά αν τυχαίνει να είμαι με αγνώστους κάθομαι και παρατηρώ ανθρώπους που δεν γνωρίζω αλλά που αυτοί γνωρίζονται μεταξύ τους. Και παρατηρούσα πολλά, και καταλάβαινα.

Ξεκίνησε και μια συζήτηση "άντε γειά" με θέμα η αναγκαιότητα της τηλεόρασης και η ψυχολογία της μάζας (άσε με, εγώ χέλια ήρθα να φάω).
Εγώ έτρωγα το χελάκι μου, έπινα το κρασάκι μου.
Ωραία τα λέγαμε... αλλά άρχισα να ψιλοβαριέμαι...

Σε κάποια φάση ζητήθηκε γλυκό. Τα πουλάκια μου θέλανε γλυκό. Λογικό. Είχα φέρει ένα ωραιότατο οικογενειακό προφιτερόλ, που ο οικοδεσπότης σέρβιρε με τη δέουσα τιμή. "Τσακίστε το" τους λέω ευγενικά. Σε λίγο το προφιτερόλ είχε πάρει το δρόμο του για τους οισοφάγους τους.

Εγώ έτρωγα το χελάκι μου, έπινα το κρασάκι μου. Και παρατηρούσα...

Σε κάποια φάση λέει μια κοπέλα στον δικό της "βρε μωρό δεν πάμε σιγά-σιγά, δεν αισθάνομαι και πολύ καλά". Και πριν προλάβει να φτάσει στη πόρτα, φεύγει η πρώτη ρουκέτα (εμετού παρακαλώ). Η συνέχεια παίχτηκε στο μπάνιο.
Εγώ να θέλω να φύγω απ'τα τζάμια από τα γέλια. Ντρεπόμουν τους άλλους όμως... και δεν γέλασα.
"Τι έπαθες καλέ;" να ρωτάνε οι υπόλοιποι μόλις βγήκε. "Κάτι θα με πείραξε" απαντά η κοπέλα.
Και για να σας προλάβω...Το προφιτερόλ ήταν τζετ, διότι κανέναν άλλον δεν ενόχλησε το στομάχι του.

Να μην τα πολυλογώ, μέσα στα επόμενα 15 λεπτά όλοι οι συνδετημόνες "la poul".
Άντε, σπίτια σας....

Και έμεινα στο τέλος εγώ με τον οικοδεσπότη. Χι χι χι...

Αυτή είναι μια ιστορία της Δεσποσύνης

Tuesday, January 02, 2007

Καλημέρα


Έβγαλα τα παπούτσια μου.
Έλυσα τα μαλλιά μου.
Και έτσι όπως με χάιδευαν οι πρώτες αχτίδες
του αστεριού που λέγεται Ήλιος
το έσκασα μια και καλή απ'το παράθυρο της φαντασίας μου...
Με τη ψυχή μου πιο ανάλαφρη,
τα μάτια μου καθαρά
και το χαμόγελο να στραφταλίζει
λες και φωλιάσαν μέσα απ'τα χείλη μου
ένα σμάρι πυγολαμπίδες...
Και τρέχω... τρέχω...!
Σου'ρχομαι 7
Αγάπη προς τον συνάνθρωπο
Υγεία ψυχική & σωματική
Ελευθερία στη σκέψη
Συνείδηση άγρυπνη
Όρεξη για τη Ζωή
Φιλία άξια
Έρωτας