Monday, December 31, 2007

φορώ μια αλυσίδα με ένα 8

Magdalena Viraga -1986 Nina Menkes
Μετράω ώρες μέχρι το τέλος. Για μια μισή χρονιά χαριτωμένη και χαμογελαστή, μα και φτιασιδωμένη σαν πόρνη με βελούδινα φτερά πεταλούδας. Αυτή θα τη κρατήσω νοσταλγικά, γιατί είχε αρώματα και εικόνες.
Δίπλα της ένας άλλος μισός χρόνος, άγγελος του σκότους κανονικός, που θέλω να τουφεκίσω και να θάψω με τα χεράκια μου. Ναι αύριο θα το κάνω. Και τέτοια ώρα θα πίνω σαμπάνια ικανοποιημένη.



Wings of Desire - 1987 Wim Wenders

Όταν ήμουν μικρή πίστευα στον άγιο βασίλη, στους καλικάντζαρους και στους αγγέλους. Τώρα δεν πιστεύω σε τίποτα από όλα αυτά. Μα εξακολουθεί να με γοητεύει οτιδήποτε αγγελικό, αγνό ή κακό.
Σε μια σχολική γιορτή είχα ντυθεί αγγελάκι με φτερά από γκοφρέ χαρτί και ένα ασημένιο στεφάνι στα μαλλιά και νομίζω πως τότε ήμουν σχεδόν ευτυχισμένη με αυτό.
Μεγαλώνοντας, άλλαξα γνώμη βλέποντας τη ταινία του Βέντερς. Δεν θα’θελα να ήμουν άγγελος. Μοναχική περιπλάνηση.

Όμως έτσι δεν είμαστε..;

...αύριο βεγγαλικά. Σαν χαμαιλέοντας θα καταπιώ έναν άγγελο.

Monday, December 24, 2007

σκέψεις χιονονιφάδες


«Πήγαμε στη Πλάκα. Είχε ωραία βραδυά με τούρκικο φεγγάρι . Κάναμε βόλτες και παρατηρούσα τις παχουλές γάτες στο δρόμο και κάτι τέλεια σπίτια από τα αγαπημένα μου, αυτά με τους τοίχους τους μπεζ σαν μπισκότα και με παράθυρα να βλέπουν σε όλη την Αθήνα..» ημερολόγιο της Σαβ – 1995.
Στιγμές, όπως αυτές κατακλύζουν μυαλό μου. Πάντα φωτογραφικά, να τις αναπολώ, χωρίς να νοσταλγώ.

Τότε έγραφα σε κανονικό ημερολόγιο. Συχνά. Και χαμογελούσα αβίαστα χωρίς κόπο. Τώρα γράφω εδώ σπανιότερα.
Αυτές τις μέρες είμαι ντοπαρισμένη με χαμόγελο. Μιμητικό χαμόγελο; Ξέρω’γω.. Μπερδεύομαι όταν με κοιτάζω σε καθρέφτες και βιτρίνες. Οι μέρες αυτές είναι παρανοικές, πολύ χρωματιστές.
Όλοι δείχνουν πολύ χαρούμενοι γύρω μου. Πάρα πολύ λέμε... Και ίσως με επηρεάσει τελικά. Τότε όμως είναι που ακούω τραγούδια του Σινάτρα στα σουπερ μάρκετ και χάνω το κέφι μου. Τότε είναι που βλέπω λαμπιόνια κρεμασμένα όπου να’ναι, άγιους βασίληδες με άσπρες γενιάδες αλλά με μαύρα φρύδια και φαβορίτες να ξεπροβάλλουν κάτω απ’τους σκούφους και παθαίνω το κακό.

Μου αρκεί ένα ζεστό σπίτι, τόσο που να μπορεί να ζεστάνει τη καρδιά μου, το μικρό μου χριστουγεννιάτικο δέντρο, και η ανεπαίσθητη μυρωδιά από μπαχάρι και κανελλογαρύφαλο ολόγυρα.

Μα μου λείπουν στιγμές που δεν έχουν έρθει ακόμη. Αυτές θα είναι οι πιο όμορφες στιγμές. Είμαι σίγουρη. Και αυτό είναι κάτι που με κάνει πάντα να χαμογελώ. Κλείνω τα μάτια.

Σαν ευχή.

Thursday, December 06, 2007

το μπουλντόκ, το καλτσόν και ο Κέβιν


Λοιπόν, εγώ χθες είχα τη γιορτή μου. Με δέκατα, ένα λαιμό χάλια, πίνω ένα ποτό «έτσι για το καλό» στο σπιτάκι μου. Και επειδή ο ύπνος δεν έρχεται, θα περιγράψω την ιστορία του ήρωα θηλυκού γένους «τίποτα».

Ο τίποτας πάρκαρε το αυτοκίνητο στην αλάνα της γειτονιάς. Ξεφόρτωσε από το πορτ μπαγκάζ τα δώρα που του είχαν πάρει για τη γιορτή του οι συνάδελφοι από τη δουλειά και πήρε το δρόμο για το σπίτι.
Η πορεία του διακόπηκε από ένα κοπρόσκυλο που γρύλιζε έντονα και τον κοιτούσε με επιθετική διάθεση. Ο τίποτας σκέφτηκε πως αυτό το σκυλί είναι σίγουρα ράτσας «μπουλντόκ» όχι μπουλντόγκ, δηλαδή κοπρόσκυλο που έχει την απόλυτη άνεση και διάθεση να σου κόψει κομμάτι.
Παρότι απίστευτα φιλόζωος, ο τίποτας τσαντίζεται πάντα με τα σκυλιά που έχουν επιθετικές διαθέσεις στα καλά καθούμενα, και στο παρελθόν για να σώσει το τομάρι του τα έχει κοπανήσει ενίοτε με τσάντες και ομπρέλλες.
Απόψε όμως ο τίποτας κάτι έπαθε. Ένιωθε αδύναμος, ένιωθε ούτως ή άλλως ρίγη από τα δέκατα του πυρετού τα οποία πολλαπλασιάζονταν με γεωμετρική πρόοδο στη θέα του μπουλντόκ. Το μπουλντόκ το καταλάβαινε αυτό και δάγκωσε ξαφνικά παλτό του τίποτα.
Η αλήθεια είναι πως ο τίποτας εκείνη τη στιγμή πραγματικά μάσησε.. θυμήθηκε (το είχε δει σε μια ταινία αυτό), πως ο καλύτερος αντιπερισπασμός θα ήταν να πετάξει κάτι στον σκύλο για να έχει κάτι να ασχοληθεί, και έτσι να βρει ευκαιρία διαφυγής).
Τα δώρα που του είχαν χαρίσει αποκλείεται να τα χαλάλιζε. Άνοιξε γρήγορα τη τσάντα του και βρήκε ένα καλτσόν (όχι καλσόν) που είχε αγοράσει το πρωί. Ένα ωραιότατο καλτσόν είκοσι ντενιέρ στην συσκευασία του, κατέληξε στα δόντια του μαλακισμένου του σκύλου.
Ο τίποτας έτρεξε σφαίρα στο σπίτι, παρόλο που φόραγε δεκάποντες μπότες. Τελικά ο τίποτας είναι τρομερά ευρηματικός.

Ο τίποτας πείνασε και έφτιαξε αβγά μάτια για να φάει. Και μετά στα καπάκια πήρε και δύο ασπιρίνες για να πέσει ο πυρετός και έφερε στη σκέψη του όσους του είχαν τηλεφωνήσει για ευχές για τη γιορτή του, φίλους, συνεργάτες, συγγενείς. Τηλεφώνησε και ένας πρώην που ζει στη Ρουμανία, μέχρι και ο ελληνοσουηδός από το Γιόσενπινγκ.. τι σου είναι ο άνθρωπος..

Και εκεί που ήταν κάτω από τη κουβέρτα, έλαβε το πιο απρόσμενο τηλεφώνημα. Ο Κέβιν!

Ο Κέβιν είπε στον τίποτα πως τον σκέφτεται συχνά και ντρεπόταν να του τηλεφωνήσει για να του πει ότι τον σκέφτεται. Ο τίποτας του είπε πως χάρηκε πολύ που τον άκουσε και το έλεγε αλήθεια αυτό, αφού δεν λέει ποτέ σε κανέναν ότι χάρηκε που τον άκουσε ή τον συνάντησε, εάν δεν το πιστεύει πραγματικά. Ο τίποτας σε αυτή τη περίπτωση λέει απλά ένα «ω, τι έκπληξη» και ο άλλος έτσι δεν μαθαίνει ποτέ εάν ήταν ευχάριστη ή δυσάρεστη.
Ο Κέβιν λοιπόν έλεγε στον τίποτα ότι η ψυχολογία του δεν είναι και στα πολύ καλά της, αλλά ευτυχώς οι πρόσφατες καρδιολογικές του εξετάσεις βγήκαν μια χαρά. Ο τίποτας του είπε πως αφού είναι υγιής να μην ανησυχεί και πρόσθεσε ότι στα ψυχολογικά συμπάσχει και ότι τις τελευταίες μέρες είναι “ο τίποτας ο ίδιος”.
Ο Κέβιν γέλασε και του είπε πως θέλει πολύ να τον δει, και το ίδιο σκεφτόταν και ο τίποτας. Κανόνισαν να συναντηθούν και έκλεισαν.
Ο τίποτας συνειδητοποίησε ότι ο Κέβιν τελικά είναι ξηγημένο παιδί και ότι έχει να πει θα το πει. Και αυτό είναι κάτι που ο τίποτας λατρεύει στους ανθρώπους.

Ξημερώνει μια άλλη μέρα.
Ο τίποτας, που για να μην ξεχνιόμαστε είναι κορίτσι, θα φορέσει φόρεμα, καλσόν, γόβες και θα βγει έξω το πρωί, σε πλήρη ετοιμότητα.. ακόμη και για το μπουλντόκ.
Το νου σου κοπρόσκυλο.