Tuesday, April 29, 2008

ανοιξιάτικος ήλιος χειμωνιάτικο φεγγάρι



Πριν λίγο καιρό, μια κατάμαυρη νύχτα χωρίς αστέρια ξαναπήγα να αντικρύσω τη θάλασσα. Ξέρεις πόσο φοβάμαι τη θάλασσα;
Σκεφτόμουν κοιτώντας τη, αλλά με τα μάτια μισόκλειστα... πως θα έρθει μια μέρα, ξέρεις, μια από αυτές τις συνηθισμένες μέρες που ξυπνάς και βρέχει, που φτιάχνεις καφέ και τον ανακατεύεις ασυναίσθητα για ώρα με το κουτάλι σαν να ανακατεύεις τη ψυχή σου, που τρίβεις με το χέρι τα θολά τζάμια του αυτοκινήτου για να δεις έξω μωβ σπίτια και κίτρινα δέντρα, μια από αυτές τις συνηθισμένες μέρες που ανοίγεις να διαβάσεις ένα βιβλίο και μυρίζεις ξάφνου το μελάνι και το χαρτί σαν να'ναι η πρώτη φορά, μια από αυτές τις μέρες που ο λαιμός σου πονάει από το κρύο και ίσως πεις αν μου φιλούσες το λαιμό θα μου περνούσε μονομιάς, και θα ζωντάνευαν του νου οι ιαματικές πηγές, με χαρούμενους σκίουρους και σβέλτους λαγούς που θα βουτούσαν και θα πλατσούριζαν μέσα τους...

Μια τέτοια μέρα λοιπόν, όταν ο χειμώνας θα γινόταν άνοιξη και λίγο καλοκαίρι, ένα βήμα πριν το καλοκαίρι δηλαδή, ήταν που θα πήγαινες στο σταθμό και θα έπαιρνες το πρώτο τραίνο. Θα ανέβαινες μόνος για ταξίδι, για μέρες, για μήνες... Θα περνούσες μέσα από πόλεις, καθαρές και περιποιημένες, αυτές που ο αέρας τους μυρίζει φρέσκια μπογιά και φρούτα απ'τα μανάβικα. Θα κατέβαινες για λίγες ώρες σε πόλεις βρώμικες, αυτές που μυρίζουν σκουπίδια και τηγανιτά ψάρια, που οι κάτοικοι είναι σαν μουτρωμένοι, αλλά και σαν με ψεύτικο χαμόγελο, θα τραβούσες φωτογραφίες τα στάσιμα νερά στους δρόμους τους που καθρεφτίζουν τον ουρανό, θα έκανες μπάνιο σε φτηνά ξενοδοχεία και θα συνέχιζες με τις επόμενες αμαξοστοιχίες.
Θα πέρναγες από απότομα φαράγγια με οδοντωτό, τις νύχτες θα έβλεπες φουντωτές ουρές από κρυμμένες αλεπούδες σε θάμνους δίπλα στις ράγες, τα φώτα από τις μακρυνές πόλεις, τον έναστρο ουρανό ξαπλωμένο σε λίμνες, τις ημέρες λιβάδια με πρόβατα μέσα στο πράσινο του γκαζόν και το κόκκινο της παπαρούνας, και ουράνια τοξά παχιά σαν σύννεφα να βουτάνε σε ποτάμια.
Θα μιλούσες με τυχαίους αγνώστους ταξιδιώτες για τον καιρό, για τους προορισμούς, σε πόση ώρα φτάνουμε; θα ακούγες καμπάνες να χτυπούν σε χωριά, θα έβλεπες παζάρια και εκκλησίες, θα διάβαζες ξεχασμένες εφημερίδες και βιβλία στα βαγόνια και θα έκανες συλλογές από χρησιμοποιημένα εισητήρια και τις φωτογραφίες που θα τραβούσες..
Τα ξημερώματα στη κουκέτα και λίγο πριν κοιμηθείς, θα άκουγες μουσικές και θα ονειρευόσουν με τα μάτια ανοιχτά και θα σκεφτόσουν για τη μέρα που πέρασε και όλη την ζωή σου πριν απ’το ταξίδι. Για την επόμενη μέρα που ξημέρωνε, δεν ξέρω τι σκέψεις θα έκανες... Ούτε που το φαντάζομαι δηλαδή. Αλλά είναι παράξενα ωραίο να παίζω μερικές φορές με άμυαλες πιθανότητες που δεν βγάζουν πουθενά, παρά μόνον σε όνειρα. Είναι όμορφο όταν οι προορισμοί είναι έκπληξη. Η αλήθεια είναι αυτή.

Μια μέρα όπως και οι άλλες μέρες, χειμωνιάτικη πλέον, ήταν που με είδες να κάθομαι στο σταθμό. Δεν περίμενα το τραίνο, είχα κάτσει μόνον για να ξεκουραστώ, γιατί μου αρέσουν και εμένα τα τραίνα... Σε είδα όρθιο μέσα από το παράθυρο και με είδες καθισμένη σε ένα παγκάκι να κρατώ ένα κίτρινο φάκελο. Φορούσες γαλάζια και εγώ πράσινα. Είχε κρύο και φυσούσε και όταν χαμογέλασες είπα πως πρέπει να ανέβω στο τραίνο γιατί σε ερωτεύτηκα...
Γλύστρησες στο μυαλό μου, απλώθηκα στα μάτια σου, μετά μπήκες μέσα μου. Χαμογελούσα. Και δεν σου έλεγα γιατί. Εσύ σαν να απορούσες, αλλά ήξερες, γιατί μου έκανες έρωτα και χαμογελούσες την ίδια στιγμή με μένα.
Ξύπνησα μετά από ώρες, μέρες ύπνου και κοίταξα τις εικόνες που τρέχαν στο παράθυρο του τραίνου. Άσπρα. Παντού χιόνι και ομίχλη. Στα πεζοδρόμια, στα περβάζια, στις στέγες, στις ταράτσες, στους δρόμους, στα λουλούδια που κοιμόντουσαν, στα δέντρα που ξεκουράζονταν, στα βουνά που περίμεναν. Λευκό τόσο, που η γύμνια του μ'έκανε να τρέμω. Εσύ δίπλα μου γυμνός πάλευκος και ζεστός. Σου έγλειψα τον λοβό του αριστερού αυτιού σου. Ντύθηκα με το πράσινο παλτό μου, κατέβηκα. Θλιμμένα χαμόγελα, μεγάλα μάτια... Η πολύτιμη ηρεμία. Καμιά παραφροσύνη και για κανέναν.

Το ξέρω... Και ξέρω πως μπορείς να με αντιληφθείς ακόμη και όταν ψιθυρίζω...
Σε αίθουσες αναμονής σταθμών που αλλάζεις τραίνο, ακόμη και όταν έχουμε γυρισμένες τις πλάτες μας και δεν έχουμε ειδωθεί, εσύ πρώτος ξέρεις ότι βρίσκομαι εκεί. Δεν σε βλέπω. Τελευταία στιγμή τρέχω να προλάβω και πέφτω πάνω σου. Σαστίζω, μα σου δίνω στο λαιμό ένα έτοιμο κλεφτό φιλί που έχω φυλαγμένο, και φεύγω με το επόμενο τραίνο, ίσως μέχρι την επόμενη τυχαία συνάντησή μας σε έναν σταθμό στο πουθενά, όπου μπορεί να προλάβεις να με φιλήσεις εσύ πρώτος...

Friday, April 18, 2008

αυγό στα φώτα



Το πάσχα είναι η αγαπημένη μου γιορτή. Όχι λόγω θρησκευτικού συναισθήματος, παρά μόνον εικαστικού ενδιαφέροντος σε ότι βλέπω γύρω μου.
Βιτρίνες. Χοντρά κοτόπουλα που ξεπηδούν μέσα από φωλιές, κοτόπουλα που χορεύουν, κοτόπουλα λούτρινα σε λαμπάδες, κοτόπουλα σουβλιστά,
λαγοί που κάνουν κούνια, λαγοί που τρώνε καρότα, λαγοί αγρότες, λαγοί στιφάδο,
αυγά βαμμένα σαν ουράνια τόξα, αυγά ζωγραφιστά, αυγά με αυτοκολλητάκια, αυγά σε καλάθια, αυγά σοκολατένια, αυγά που γελάνε, αυγά βραστά, αυγά τσουγκρισμένα.

Από πάντα αισθανόμουν αυγό. Νομίζω ότι την πρώτη φορά που το ένιωσα ήταν τη μέρα που πήγα νηπιαγωγείο. Έτσι ξαναένιωσα όταν πήγα και στο νηπιαγωγείο για ποτό.
Συνειρμός.

Βρήκα ένα αυγό που όταν το κοιτούσα νόμιζα πως στεκόμουν μπροστά σε καθρέφτη. Ποτέ δεν μπορείς να γνωρίζεις τι κρύβει ένα αυγό από μέσα. Και αυτό είναι κάτι που δεν το εξαγοράζω με τίποτα. Γιατί απλά έτσι πρέπει.




Το περασμένο πάσχα βρέθηκα Αμερική. Η βιτρίνα ενός φωτογραφείου στο Greenwich Village απεικονίζει τον κύριο κοτόπουλο να ποζάρει με όσους θέλησαν να έχουν μια στιγμή μαζί του.
Εάν ήταν αυγό άραγε θα το προτιμούσαν...;

I feel like an Easter egg.

Wednesday, April 16, 2008

hand on lens